Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κριτικές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

 -Ο ΕΞΟΡΚΙΣΤΗΣ-


THE EXORCIST
ΗΠΑ, 1973. 
Σκηνοθεσία: Γουίλιαμ Φρίντκιν. 
Σενάριο: Γουίλιαμ Πίερ Μπλάτι. 
Ηθοποιοί: Έλεν Μπέρστιν, Μαξ φον Σίντοφ, Λίντα Μπλερ. 
Διάρκεια: 122 λεπτά. 
Διανομή: NewStar. 
Πρεμιέρα: 14 Δεκεμβρίου.

Author: Ανδρέας Κουταλάς

Πέντε δεκαετίες από την πρεμιέρα της η ταινία «Ο Εξορκιστής» εξακολουθεί να προκαλεί ρίγη τρόμου στους θεατές. Αν και υπάρχουν πολλές ξεχωριστές ιστορίες που συναντάμε στο σενάριο, όλες περιστρέφονται γύρω από την μικρή Ρέιγκαν (Λίντα Μπλερ), την κόρη της ηθοποιού Κρις Μακ Νιλ (Έλεν Μπέρστιν). 

Η Ρέιγκαν αρχίζει ξαφνικά να συμπεριφέρεται περίεργα, βρίζοντας και επιδεικνύοντας ασυνήθιστη δύναμη, γεγονός που δημιουργεί μεγάλη σύγχυση στους κορυφαίους ψυχιάτρους στη περιοχή της Ουάσιγκτον. Όταν κανένας δεν θα μπορέσει να δώσει μια λογική εξήγηση, οι αρχαϊκές θρησκευτικές πρακτικές του εξορκιστή πατέρα Μέριν (Μαξ φον Σίντοφ) καλούνται για να δώσουν λύση, με τη βοήθεια του πατέρα Κάρας (Τζέισον Μίλερ), που είναι και παράλληλα ψυχίατρος.

Εντυπωσιακά ανατριχιαστική, με σκηνές που έχουν μείνει κλασικές στις ταινίες τρόμου, όπως εκείνη της περιβόητης ανεστραμμένης κατάβασης από μια σκάλα, αιχμαλωτίζουν το κοινό, δίνοντας της 10 σημαντικές υποψηφιότητες για Όσκαρ και κερδίζοντας δύο από αυτά, για το σενάριο και τον ήχο της ενώ ταυτόχρονα κατέλαβε τη δεύτερη θέση με τις περισσότερες εισπράξεις για το 1973. 

Ο σκηνοθέτης Γουίλιαμ Φρίντκιν αρχικά σκόπευε να κάνει ένα ψυχολογικό θρίλερ, αλλά με την ένταση και τις συνεχείς απεικονίσεις της δαιμονικής κατοχής της ηρωίδας του, η ταινία θεωρείται πλέον η ποιο τρομακτική όλων των εποχών. Στα χρόνια που μεσολάβησαν αρκετές ταινίες προσπάθησαν να αντιγράψουν τη φόρμουλα αυτή, ελάχιστοι όμως έχουν καταφέρει να αποτυπώσουν την απόκοσμη ατμόσφαιρα, κυρίως γιατί οι σκηνοθέτες βασίζονται αποκλειστικά στα ειδικά εφέ. Εξαιρετικά προσαρμοσμένο σενάριο για την οθόνη από τον Γουίλιαμ Πίτερ Μπλάτι από ένα δικό του μυθιστόρημα, χαλαρά βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα από τα τέλη της δεκαετίας του ’40 που είχε ερευνήσει, τολμά ν' αναπτύξει μ' αρκετό ρεαλισμό και σωστή ανάπτυξη χαρακτήρων μια αρκετά λεπτομερή ιστορία. 

Η πραγματικά επική μάχη μεταξύ Καλού και Κακού δίνεται με μια καθαρά επιστημονική προσέγγιση του θέματος αλλά και μ’ ένα τεχνικά ικανό σχεδιασμό κι εκτέλεση. Αυτό που έχει καταφέρει «Ο εξορκιστής» είναι να έχει γεράσει απίστευτά καλά, παρά τις σημαντικές προόδους στην τεχνολογία και τα γραφικά υπολογιστών. Το μακιγιάζ εξακολουθεί να είναι κορυφαίο και θεαματικά ανατριχιαστικό, μ' εντυπωσιακές κινηματογραφικές λήψεις, όπως αυτή με το περιστρεφόμενο κεφάλι, την αιώρηση της ηρωίδας πάνω από το κρεββάτι αλλα κι αυτή που το έμεσμα της Ρέιγκαν εκτοξεύεται πάνω στο πάτερ.

Αυτές οι αξέχαστες σεκάνς βοήθησαν να καθοριστούν οι πιο δημοφιλείς εντυπώσεις για τους εξορκισμούς στον κινηματογράφο, ενώ χρησιμοποιήθηκαν έξυπνα απόκοσμοι φωτισμοί που συνοδεύτηκαν από την υποβλητική μουσική του Μάικ Όλντφιλντ, με κορυφαίο το κλασικό Tubular Bells. Η ταινία εμπερίεχει και κάποια Ελληνικά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και δύο ελληνικά τραγούδια, το ’’Ιστορία μου αμαρτία μου’’ με τη Ρίτα Σακελλαρίου το οποίο ακούει από ένα ελληνόφωνο ραδιοφωνικό σταθμό η Ελληνικής καταγωγής μητέρα του πατέρα Κάρας, την οποία υποδύεται η Βασιλική Μαλλιαρού, πρώτη και τελευταία κινηματογραφική της παρουσία στα 89 της κι αργότερα το ’’Παραμυθάκι μου’’ με τον Γιάννη Καλατζή. 

«Ο Εξορκιστής» είναι η κορυφαία ίσως στιγμή στη σύγχρονη δημιουργία ταινιών τρόμου.






-Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΜΠ-

THE OLD OAK

Μεγάλη Βρετανία, 2023. 

Σκηνοθεσία: Κεν Λόουτς. 

Σενάριο: Πολ Λάβερτι. 

Ηθοποιοί: Ντέιβ Τέρνερ, Έμπλα Μαρί, Κλερ Ρόγκερσον, Τρέβορ Φοξ. 

Διάρκεια: 113 λεπτά. 

Διανομή: Feelgood Entertainment. 

Πρεμιέρα: 7 Δεκεμβρίου.

Author: Ανδρέας Κουταλάς

Τοποθετημένο σε μια πόλη στη βόρεια Αγγλία που πλήττεται από την οικονομική κρίση και στην οποία η φιλικότητα δοκιμάζεται, όταν η άφιξη μιας ομάδας Σύριων προσφύγων προκαλεί την εμφάνιση ξενοφοβικών συμπεριφορών στους κατοίκους της, είναι το θέμα της νέας ταινίας του Κεν Λόουτς που γι' ακόμα μια φορά συνεργάζεται με τον σεναριογράφο Πολ Λάβερτι. 

Ο βασικός άξονας της ταινίας είναι οι κάτοικοι της περιοχής που συχνάζουν στην παμπ όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της δράσης, όπου άλλοι είναι είτε πολύ καλοί είτε πολύ κακοί κι οι περισσότεροι αφηγούνται τις ατυχίες και τα δράματα τους μπροστά στην κάμερα. Αυτοί οι χαρακτήρες είναι το εργαλείο που χρησιμοποιεί ο Λόουτς για να απλοποιήσει ένα σύνθετο κοινωνικό πρόβλημα προσπαθώντας να βρει λύσεις σε αυτό. Όλα αυτά τα προβλήματα της περιοχής και των ανθρώπων αναβιώνουν με την εμφάνιση των Σύριων προσφύγων όταν ο ρατσισμός δηλητηριάζει τους Άγγλους που σιγά-σιγά κυριεύονται από την έλλειψη αλληλεγγύης, καθώς βιώνουν ολοένα και πιο επισφαλείς καταστάσεις όταν τα σπίτια της περιοχής υποτιμώνται για ν' αγορασθούν από διεθνή κεφάλαια. 

Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο ιδιοκτήτης μιας παλαιάς παμπ επιδιώκει να χτίσει γέφυρες μεταξύ των ντόπιων και των προσφύγων, χρησιμοποιώντας τους λίγους πόρους που του έχουν απομείνει. Αυτή η παμπ είναι το τελευταίο στέκι που έχει διασωθεί στην περιοχή όπου μπορούν να παρευρεθούν οι ντόπιοι και είναι το μόνο κατάλοιπο των παλιών καλών εποχών.

Καταλύτης σε όλο αυτό το σκηνικό είναι η Γιάρα, μια Σύρια πρόσφυγας με πάθος για τη φωτογραφία, που έρχεται διαρκώς σε σύγκρουση με αρκετούς από τους κατοίκους της περιοχής. Αν και δεν έχει τη δύναμη, του "Εγώ. ο Ντάνιελ Μπλέικ" (2016), η ταινία διαθέτει δυνατές αλλά και χλιαρές στιγμές, δημιουργώντας το κατάλληλο συναισθηματισμό ωστέ να χαλαρώσει την ένταση της αφήγησης. Το σενάριο του Λάβερτι δεν διαθέτει μεγάλες εκπλήξεις, ενώ η σκηνοθεσία του Λόουτς είναι αθόρυβα αποτελεσματική. 

Για μια ακόμα φορά κινούνται σε γνώριμα θέματα και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν κοινωνικά ζητήματα βαθιά ριζωμένα στην εποχή μας και να τα μεταφέρουν στην οθόνη. Η αισιοδοξία της ταινίας μπορεί να αγγίξει τους θεατές, δεν καταφέρνει όμως τελικά να φτάσει σε βάθος στο καυτό αυτό πρόβλημα.


__________________________________________________________________________________________________________________________

-ΑΓΑΠΗ, ΖΩΗ-

LOVE LIFE

Ιαπωνία - Γαλλία, 2021. 

Σκην.-Σενάριο: Κότζι Φουκάντα. 

Ηθοποιοί: Φουμίνο Κιμούρα, Κέντο Ναγκαγιάμα, Ατόμ Σουνάντα, Χιρόνα Γιαμαζάκι. 

Διάρκεια: 123 λεπτά. 

Διανομή: Weird Wave. 

Πρεμιέρα: 7 Δεκεμβρίου.

Author: Ανδρέας Κουταλάς

Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Κότζι Φουκάντα στη αρχή δημιουργεί ένα άνετο συναίσθημα γύρω από τη Ταέκο, τον σύζυγο της Τσίρο και τον Κέιτα, τον εξάχρονο γιο της από προηγούμενη σχέση. Το αγόρι είναι πρωταθλητής στο παιχνίδι Οθέλο και στο μικροσκοπικό αλλά έντονα φωτιζόμενο διαμέρισμα τους, εξασκείται στο διαδίκτυο. Οι δυό τους μοιράζονται αστεία στη νοηματική γλώσσα, μυστικά μητέρας-γιου. 

Κατά τη διάρκεια μιας οικογενειακής συνάντησης, το αγόρι πεθαίνει σ’ ένα ατύχημα, μια γρήγορη στιγμή που γυρίστηκε από απόσταση μέσ' από μια πόρτα που ωστόσο προκαλεί δυνατά συναισθήματα. Μετά απ' αυτό το γεγονός αλλάζουν οι σχέσεις. Ακολουθεί η κηδεία, όπου ο πατέρας του Κέιτα, Παρκ, φτάνει γεμάτος θυμό. Η Ταέκο δεν τον έχει δει εδώ και περίπου τέσσερα χρόνια και ακόμα δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί τους άφησε.

Είναι κουφός και άστεγος. Η Ταέκο του ανακοινώνει ότι έχει τελειώσει μαζί του, αλλά ο Παρκ φτάνει στην υπηρεσία οικονομικών υπηρεσιών όπου εργάζεται μαζί με τον Τσίρο για να υποβάλει αίτηση για επιδόματα. Ο Τσίρο λέει ότι δεν τον πειράζει αν η Ταέκο βοηθήσει τον Παρκ, αφού γνωρίζει την νοηματική, στην πραγματικότητα όμως αυτό το γεγονός τον ενοχλεί πολύ. Ενώ αυτός ανεβαίνει για να βοηθήσει περισσότερο του γονείς του, η Ταέκο βοηθά τον Παρκ, λέγοντας ότι είναι αδύναμος και ότι πρέπει να τον προστατεύσει. Ο Παρκ στην αρχή αισθάνεται άβολα να περνά χρόνο με την Καέκο, αλλά στην πορεία διαπιστώνει ότι είναι εκείνος στον οποίο μπορεί να μιλήσει για την ενοχή που αισθάνεται για τον θάνατο του Κειτά, ακόμα και αν κανείς δεν πιστεύει ότι είναι υπεύθυνη. 

Ο Φουκάντα χρειάζεται αρκετό χρόνο για να εδραιώσει αυτές τις διάφορες δυναμικές, με τους ηθοποιούς να δίνουν μετρημένες ερμηνείες που μεταφέρουν στον θεατή δυσφορία και πόνο. Ο Τσίρο είναι και ζηλιάρης και καχύποπτος για τον Παρκ, τον οποίο βρίσκει εγωιστή επειδή μπαίνει και βγαίνει στη ζωή της Ταέκο. Σε μια σκηνή μάλιστα του γυρίζει την πλάτη για να πει πράγματα που ξέρει ότι ο Παρκ δεν μπορεί να ακούσει και που δεν θα μπορούσε ποτέ να του τα πει κατά πρόσωπο. Οι χώροι παίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο στην ταινία, ενώ το διαμέρισμα φαίνεται μακροσκοπικό όποτε βρίσκεται εκεί η οικογένεια, τόσο στριμωγμένο που δεν μπορούν ούτε να κλείσουν μια πόρτα, το γραφείο τελετών είναι σαν αρένα, ένας απέραντος κενός χώρος. Κάθε εσωτερικός χώρος έχει να πει μια ιστορία. 

Ένα απίστευτο πορτρέτο της θλίψης και των συνεπειών της, η ταινία μας δείχνει ένα συμπαθές ζευγάρι σε κρίση, όπου οι θεατές θα πρέπει να οπλισθούν με αρκετή δύναμη για να αντέξουν όλο αυτό το δράμα που εκτυλίσσεται στην οθόνη.

Η ταινία συμμετείχε στο Επίσημο Διαγωνιστικό Πρόγραμμα του 79oυ Φεστιβάλ της Βενετίας, αλλά και στα φεστιβάλ του Τορόντο, του BFI, της Μπουσάν και του Μονάχου.



_____________________________________________________________________________________________

 -GODZILLA MINUS ONE-

Ιαπωνία, 2022. 

Σκην.& Σενάριο: Τακάσι Γιαμαζάκι. 

Ηθ: Ρουνοσούκ Καμίκι, Μίναμι Χαμάμπε, Γιούκι Γιαμάντα. 

Δρ: 125 λεπτά. 

Διανομή: Piece of Magic Entertainment. 

Πρεμιέρα: 1 Δεκεμβρίου.

Author: Ανδρέας Κουταλάς

Έχουν περάσει σχεδόν 70 χρόνια από το ντεμπούτο του και το πιο διάσημο τέρας της Ιαπωνίας επέστρεψε! Η Godzilla Minus One είναι η τελευταία μιας σειράς ταινιών με πρωταγωνιστή τον Γκοτζίλα και η πρώτη live-action παραγωγή από την εποχή της Shin Godzilla (2016). Αυτή η νέα εκδοχή του διάσημου πλέον τέρατος από τον Τακάσι Γιαμαζάκι, ο οποίος ευθύνεται και για τα οπτικά εφέ, διαδραματίζεται στο μεταπολεμικό Τόκιο. Η πόλη είναι καταστραμμένη και η άμυνά της είναι ανύπαρκτη – κι όταν εμφανίζεται το μανιασμένο τέρας, τα πράγματα χειροτερεύουν! 

Η ταινία ξεκινά τις τελευταίες μέρες του Β΄ παγκοσμίου, όταν ένας απρόθυμος πιλότος-καμικάζι προσποιείται ότι έχει πρόβλημα στον κινητήρα του αεροπλάνου του και προσγειώνεται στο (φανταστικό) νησί Όντο για επισκευές. Τη νύχτα, ένα τέρας που μοιάζει με δεινόσαυρο και οι ντόπιοι αποκαλούν Γκοτζίλα επιτίθεται στη φρουρά. Ο πιλότος διστάζει να πυροβολήσει το τέρας με αποτέλεσμα τον σχεδόν ολοκληρωτικό αφανισμό όσων βρίσκονται στη βάση. Μετά την παράδοση της Ιαπωνίας ο πιλότος επιστρέφει στο Τόκιο, συντετριμμένος από ενοχές. 

Στα επόμενα χρόνια η πόλη σιγά-σιγά ξαναχτίζεται κι όταν ο Γκοτζίλα επανεμφανίζεται, ο πιλότος αποφασίζει να πάρει μέρος στον εναντίον του αγώνα. Η χρονική περίοδος (μεταπολεμική Ιαπωνία) επιτρέπει στον Γιαμαζάκι να ρίξει το βάρος στην ανασυγκρότηση της πατρίδας του (που τελούσε υπό αμερικανική κατοχή), αλλά και να στήσει σκηνές που αποτίνουν φόρο τιμής στην ταινία του 1954 (και πρώτη της σειράς): το τέρας που αρπάζει στο στόμα του τα βαγόνια ενός τρένου ή ισοπεδώνει με τα πόδια, το σώμα ή την ουρά του ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα. Εδώ, ο Γιαμαζάκι, δεξιοτέχνης στον τομέα των εφέ, κάνει μία πραγματικά αξιοθαύμαστη δουλειά. Παράλληλα, το σώμα του Γκοτζίλα «αναβαθμίζεται», με αποφύσεις στη ράχη του, που τα εξογκώματά τους φωτίζονται καθώς ετοιμάζεται να εκτοξεύσει μίαθερμική ακτίνα.

Πρωτότυπος είναι και ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζεται η εξόντωση του Γκοτζίλα, που λαμβάνει χώρα στη θάλασσα, παραπέμποντας στην ταινία του Σπίλμπεργκ Τα σαγόνια του καρχαρία. Όμως, πολύ πιο ενδιαφέροντες από το τέρας είναι οι βασικοί χαρακτήρες της ταινίας, από τον εκκεντρικό επιστήμονα μέχρι τον τραχύ καπετάνιο του σκάφους που έχει επιληφθεί της εξόντωσης του τεράστιου δεινόσαυρου κι από την εξαθλιωμένη γυναίκα με την «υιοθετημένη» κόρη μέχρι τον βασανιζόμενο από τύψεις πρώην πιλότο, που δίνουν έναν μελοδραματικό τόνο στην ταινία. 

Οι καλύτερες ταινίες της σειράς Γκοτζίλα αφορούσαν πάντα κάτι περισσότερο από τη δράση του τέρατος (και των αντιπάλων του). Η πρώτη, για παράδειγμα, ήταν μία σαφής καταγγελία των συνεπειών της πυρηνικής βόμβας, ενώ η Shin Godzilla επέκρινε την καθυστερημένη απάντηση της ιαπωνικής κυβέρνησης στον σεισμό, το τσουνάμι και τις πυρηνικές καταστροφές του 2011. H Godzilla Minus One, τώρα, επαναφέρει στη μνήμη την αρχική ταινία, με τον Γκοτζίλα να είναι εχθρός της ανθρωπότητας, χωρίς να αποφεύγει τα καυτά ανθρώπινα και κοινωνικά θέματα, αλλά και χωρίς να παύει στιγμή να είναι μία διασκεδαστική ταινία. Μία συναρπαστική, θεαματική υπερπαραγωγή, όπου κυριαρχούν οι σκηνές με το τέρας, πάντα εντυπωσιακές και ιδιαίτερα αποτελεσματικές.

__________________________________________________________________________________________________________________________




 -ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΝΤΑΛΒΑ-

DALVA   

Βέλγιο, Γαλλία, 2022. 

Σκην. -Σενάριο: Εμανουέλ Νικό.  

Ηθοποιοί: Ζελντά Σάμσον, Αλέξις Μανέτι, Φαντά Γκιρασί, Μαρί Ντεναρνό. 

Διάρκεια: 93 λεπτά. 

Διανομή: Cinobo. 

Πρεμιέρα: 23 Νοεμβρίου.


Author: Ανδρέας Κουταλάς




«Δεν είμαι κορίτσι, είμαι γυναίκα». 

Αυτή η φράση βγαίνει από το στόμα της Νταλβά, (εξαιρετική η Ζελντά Σαμσόν), ενός 12χρονου κοριτσιού, που παρά την ηλικία του, ντύνεται με φτιαγμένα μπουφάν, καλτσόν, κραγιόν, μακιγιάζ, σκουλαρίκια και χτενίσματα που την κάνουν να φαίνεται ενήλικη.


Η ταινία ξεκινά με μαύρη οθόνη, ενώ ακούγονται οι κραυγές της μικρής Νταλβά. Όταν η οθόνη φωτίζεται, παρακολουθούμε την αστυνομία να επιχειρεί να συλλάβει έναν άνδρα, τον Ζακ, ενώ η Νταλβά ουρλιάζει και αγωνίζεται μάταια να τον απελευθερώσει. Η Νταλβά μεταφέρεται από κοινωνικό λειτουργό σ’ ένα είδος κυβερνητικού καταφύγιου, όπου φιλοξενεί παιδιά-θύματα κάθε είδους βίας. Στην πορεία μαθαίνουμε ότι ο άντρας αυτός είναι ο πατέρας της Νταλβά, ο οποίος την κρατούσε αιχμάλωτη για περίπου επτά χρόνια και διατηρούσε μαζί της μία σαφώς αιμομικτική σχέση. Αυτό όμως, δεν έχει καμία σημασία για τη νεαρή κοπέλα, που πιστεύει ένθερμα ότι δεν είναι παιδί κι ακόμα χειρότερα, υποστηρίζει ότι κανένας δεν την ανάγκασε να κάνει τίποτα, ό,τι έκανε το έκανε με τη θέληση της. 

Για τη σκηνοθέτιδα, το τι υπέστη το 12χρονο κορίτσι δεν έχει σημασία. Την ενδιαφέρουν οι συνέπειες. Το γεγονός ότι θεωρεί τον εαυτό της γυναίκα κι η προσπάθειά της να ευχαριστεί τον Ζακ. 

Θα είναι η επαφή με τον πραγματικό κόσμο, με τα άλλα παιδιά στο καταφύγιο και με τον ακούραστο κοινωνικό λειτουργό της, που θα κάνουν τη 12χρονη να καταλάβει, σιγά-σιγά, την κακοποίηση στην οποία υποβλήθηκε και ν' αρχίσει να βιώνει την παιδική ηλικία που τόσο είχε στερηθεί. Ο επαναπροσδιορισμός της είναι τέτοιος που δεν ξέρει πώς να αντιδράσει στη φροντίδα του λειτουργού, γιατί έμαθε πως η στοργή και η δέσμευση πρέπει ν' εκδηλώνεται με χάδια και φιλιά. Κατά την Νταλβά, αυτό είναι η αγάπη. 

Κανένας από τους χαρακτήρες της ταινίας δεν βασίζεται σε αληθινά πρόσωπα. Η σκηνοθέτις επισκέφθηκε ένα κέντρο βοήθειας για νέους, όπου έγινε γνώστρια πολλών ιστοριών παιδικής κακοποίησης κι αυτή της η εμπειρία την βοήθησε να μιλήσει για το θύμα της ταινίας της, χωρίς να καταφύγει σε σκάνδαλα και μελοδράματα. Με το ντεμπούτο της αυτό η Εμανουέλ Νικό πραγματεύεται ένα εξαιρετικά ακανθώδες θέμα μ’ έναν βαθιά ειλικρινή και λεπτό τρόπο, χωρίς εκμετάλλευση ή εκ νέου θυματοποίηση, αλλά και χωρίς τον φόβο μήπως προκαλέσει τη δυσφορία του θεατή. Παραμένει σ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας κοντά στην ηρωίδα της, όσο εμείς γινόμαστε μάρτυρες της σταδιακής της μεταμόρφωσης.

Μερικοί από τους μικρούς που εμφανίζονται στην ταινία είναι ερασιτέχνες, η σκηνοθέτιδα παρ’ όλα αυτά έχει καταφέρει να αποσπάσει εξαιρετικές ερμηνείες. Εκείνη φυσικά που ξεχωρίζει είναι η Σαμσόν, με την εκπληκτική κι ώριμη ερμηνεία της. Η αυτοπεποίθησή της είναι αξιοσημείωτη, παρόλο που συνεχώς κλονίζεται. 

Η ταινία είναι αργή και σκληρή, δίνει όμως την ευκαιρία να εξετασθούν θέματα όπως η αιμομιξία και η παιδεραστία από τη σκοπιά του θύματος.



_____________________________________________________________________________________________________________________________




-ΝΑΠΟΛΕΩΝ- 

NAPOLEON

ΗΠΑ, 2023. Σκηνοθεσία: ΡίντλεΪ Σκοτ 

Σενάριο: Ντέιβιντ Σκάρπα. 

Ηθοποιοί: Γιόακιν Φίνιξ,Βανέσσα Κίρμπι, Ταχάρ Ραχίμ, Ρούμπερτ Έβερετ. 

Διάρκεια: 158 λεπτά. 

Διανομή: Feelgood Entertainment. 

Πρεμιέρα: 23 Νοεμβρίου.

 Author: Ανδρέας Κουταλάς





Ο σκηνοθέτης Ρίντλεϊ Σκοτ στα 85 του πλέον αποδεικνύει ότι έχει ακόμα τη δυνατότητα να σκηνοθετήσει επικές σκηνές μάχης. Στις 2 ώρες και 38 λεπτά ο Σκοτ καλύπτει μόνο 6 από τις περισσότερες από 60 μάχες που έδωσε ο Ναπολέοντας. Ταυτόχρονα επινόησε ένα σύστημα χρησιμοποιώντας πάνω από 10 κάμερες για τη λήψη των συγκεκριμένων σκηνών με σκοπό να πάρει όλες τις γωνίες ταυτόχρονα.

Ο Σκοτ που ενώθηκε ξανά με τον Χοακίν Φίνιξ για πρώτη φορά μετά τον θρίαμβό τους με τον Μονομάχο το 2000, καλύπτει μια περίοδο που ξεκινάει από την εκτέλεση της Μαρίας Αντουανέτας μέχρι το θάνατο του Ναπολέοντα στα 51 του. Αυτό που λείπει από την ταινία είναι πως και γιατί ο μικρός Δεκανέας κατάφερε να κερδίσει την πολιτική και δημόσια αγάπη του Γαλλικού λαού. Όπως επίσης και η εν γένει εξέλιξη του, καθώς παίρνουμε αναλαμπές της ίντριγκας στην αίθουσα της εξουσίας μέσω των αλληλεπιδράσεων του με τους πολιτικούς, αλλά λίγα μας εξηγούν πως έφτασε στη γεμάτη μεγαλοπρέπεια στέψη του ως Αυτοκράτορας. 

Ο Σκοτ βάζει τον Ναπολέοντα σ’ ένα πλαίσιο ανάμεσα στους δικτάτορες της ιστορίας που του πιστώνουν θανάτους 3.000.000 ανθρώπων κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων. Η μόνη σχέση που αναπτύσσεται είναι εκείνη με την Ιωσηφίνα (Βανέσα Κίρμπι) χήρα ενός στρατηγού που εκτελέστηκε στην γκιλοτίνα κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Βασιλείας του τρόμου. Ο Ναπολέων δεν έχει ιδέα πως να αγαπήσει αληθινά. Ο έρωτας του έμοιαζε πάντα περισσότερο με βιασμό και η Ιωσηφίνα δεν φαινόταν ποτέ ικανοποιημένη.Μοιάζει σαν να παρασέρνει ο ένας τον άλλον σε δοκιμασίες παράδοσης αντί να έχουν 
οποιαδήποτε είδους ουσιαστικής σχέσης. Της λέει πόσο την αγαπά, αλλά είναι απλώς άλλη μια μάχη που πρέπει να κατακτήσει για την δική τουικανοποίηση. Η ένταση μεταξύ Ναπολέοντα και Ιωσηφίνας κορυφώνεται με την ακύρωση του γάμου τους, όταν εκείνη αποτυγχάνει να του δώσει τον κληρονόμο που διακαώς επιθυμεί, αν και η σχέση τους δεν τελειώνει ποτέ εντελώς. 

Είναι ξεκάθαρό ότι ο Σκοτ επικεντρώνει την ιστορία του γύρω από τις 6 τεράστιες, σκηνές μάχης, ξεκινώντας με τον Ναπολέοντα να σπάει έξοχα τον Άγγλο-Ισπανικό ναυτικό αποκλεισμό της Τουλόν.   Η αγριότητα κι η σφαγή αυξάνεται σε κάθε επόμενη εκστρατεία. Στη μάχη του Αούστερλιτς, ο Σκοτ και ο διευθυντής φωτογραφίας Ντάριους Βόλσκι δημιουργούν ένα μπαλέτο θανάτου με αργή κίνηση καθώς ο Ναπολέων παγιδεύει τον αντίπαλο στρατό σε μια παγωμένη λίμνη και στη συνέχεια βομβαρδίζει τον πάγο στέλνοντας άντρες και άλογα σε μια στροβιλιζόμενη, αιματηρή δίνη. Το κάψιμο της Μόσχας είναι μια οπτικά συναρπαστική σκηνή.

Η σκηνή με τον Ναπολέοντα να παρακολουθεί έκπληκτος τους Ρώσους να καίνε την πόλη τους ολοσχερώς αντί να συνθηκολογήσουν, ήταν η αρχή του τέλους. Όλα ολοκληρώνονται όταν ο Γουέλινγκτον δίνει ένα ισχυρό χτύπημα στον Ναπολέοντα στο Βατερλό, γεγονός που θα τον οδηγήσει στην εξορία στη νήσο Αγία Ελένη. Ο Σκοτ αφιερώνει πολύ χρόνο από μάχη σε μάχη και δεν καταβάλει σχεδόν καμία προσπάθεια να κατανοήσει τα κίνητρα και τους λόγους του Ναπολέοντα με τους οποίους συνέχισε να ασκεί τέτοια εξουσία στους Γάλλους. Από τη μεριά του ο Χοακίν Φίνιξ φαινόταν να έχει πρόβλημα προσπαθώντας να συμβιβαστεί με τη διχασμένη προσωπικότητα του ήρωα του. 

Υπάρχουν φυσικά και κάποιες σκηνές που προκαλούν λίγο χιούμορ, με χαρακτηριστικότερη εκείνη που λέει σε ένα Βρετανό αξιωματικό «Νομίζεις ότι είσαι σπουδαίος, μόνο και μόνο επειδή έχεις βάρκες».

Μέσα στις όποιες αντιρρήσεις μπορούμε να έχουμε για την μη ακριβή απεικόνιση της Γαλλικής ιστορίας, δεν μπορούμε να μην αποδώσουμε τα εύσημα στο Ρίντλεϊ Σκοτ που ανέλαβε και έφερε εις πέρας αυτή την τεράστια παραγωγή. Σύμφωνα δε με πληροφορίες η εκδοχή director’s cut του σκηνοθέτη όταν μεταδοθεί στο Apple TV+, θα έχει διάρκεια περισσότερες από 4 ώρες.




_______________________________________________________________________________________________________________________



-ΠΡΑΣΙΝΑ ΣΥΝΟΡΑ-

ZIELONA GRANICA / GREEN BORDER

Πολωνία, ΗΠΑ, Γαλλία, Τσεχία, Βέλγιο, Γερμανία, Τουρκία, 2023. 
Σκηνοθεσία: Αγκνιέσκα Χόλαντ. 
Σενάριο: Μάτσεϊ Πίσκουκ, Γκαμπριέλα Λαζαρκίεβις, Αγκνιέσκα Χόλαντ. 
Ηθοποιοί: Τζαλάλ αλ Τάουιλ, Μάγια Οστασέφσκα, Τόμας Βλόσοκ, Μοχάμαντ αλ Ράσι, Ντάλια Ναούς, Μπέι Τζένετι Ατάι. 

Διάρκεια: 147 λεπτά. 

Διανομή: Danaos Film. 

Πρεμιέρα: 23 Νοεμβρίου.

Author: Ανδρέας Κουταλάς


Η ταινία της 74χρονης Πολωνής σκηνοθέτριας Αγκνιέσκα Χόλαντ εκτυλίσσεται σε κεφάλαια. Αρχικά μας συστήνει μια οικογένεια από τη Συρία που εγκαταλείπει την πατρίδα της. Τους συναντάμε σε μια πτήση για το Μινσκ απ’ όπου σχεδιάζουν να περάσουν τα σύνορα για την Πολωνία και στη συνέχεια να πάρουν τον δρόμο για την Σουηδία. Το τμήμα της διέλευσης των συνόρων αποδεικνύεται όχι απλώς παράνομο αλλά επικίνδυνο και ιδιαίτερα εξευτελιστικό. Μόλις βρίσκονται στη Πολωνική πλευρά, σύντομα συλλαμβάνονται από τους συνοριοφύλακες που περιπολούν στα δάση και τους απωθούν βίαια από ένα συρμάτινο φράκτη πίσω στη Λευκορωσία. Η ταπείνωση δεν σταματά εκεί καθώς οι αρχές της Λευκορωσίας θα προχωρήσουν στην ανταπόδοση της ενέργειας των Πολωνών. Έτσι σιγά-σιγά η ολοένα και μεγαλύτερη ομάδα ανθρώπων αρχίζει να πετιέται στην κυριολεξία ανάμεσα στις δύο χώρες σαν σκουπίδια, με τα αποθέματα να τελειώνουν και οι ελπίδες για την σωτηρία να σβήνουν. 

Το επόμενο κεφάλαιο μας βγάζει από το δάσος και ακολουθεί τη ζωή του Πολωνού συνοριοφύλακα Γιάν. Είναι ένας από τους ένστολους αξιωματικούς που εκτελεί βίαια το καθήκον του. Τώρα τον βλέπουμε ως ένα νεαρό άνδρα, αναμένοντα πατέρα, έναν δημόσιο υπάλληλο που εκπαιδεύεται στο γεγονός ότι οι πρόσφυγες είναι όπλα που χρησιμοποιεί ο Λευκορώσος Δικτάτορας εναντίον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι τα παιδιά που βλέπουν να περνούν τα σύνορα είναι ανθρώπινες σφαίρες. Παρά την αφοσίωση του στην υπηρεσία της πατρίδας του, ο Γιάν αρχίζει να νιώθει το βάρος της συνείδησης του. Στα επόμενα κεφάλαια της ταινίας Πολωνοί ακτιβιστές που καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να βοηθήσουν τους πρόσφυγες βλέπουν τις προσπάθειες τους να ματαιώνονται σε κάθε τους βήμα από το υποτιθέμενο κράτος δικαίου της Ευρώπης, καθώς και η μεσήλικας ψυχίατρος Τζούλια, της οποίας η ζωή αλλάζει όταν ο δρόμος της διασταυρώνεται με την οικογένεια των Σύριων.

Με αυτόν τον τρόπο η Χόλαντ τονίζει πως η προσφυγική κρίση έχει πολιτικοποιήσει βασικά ζητήματα όπως η στέγαση, το φαγητό και η ένδυση. Κι ενώ τελικά είναι πολύ απαιτητική και συναισθηματική, τα Πράσινα Σύνορα είναι μια οργισμένη καταδίκη της φθαρμένης και σάπιας ηθικής της Ευρώπης, που τελειώνει μ’ ένα ελπιδοφόρο επίλογο, σημειώνοντας πως η Πολωνία υποδέχθηκε 300.000 Ουκρανούς πρόσφυγες στα σύνορα της μετά τη Ρώσικη εισβολή.

 Η Χόλαντ κάνει ένα δίκαιο έργο, αναμφισβήτητα το καλύτερο της μετά το Europa Europa, που γέρνει στον συστημικό ρατσισμό και παίζει με το κύμα της ύπουλης λαϊκίστικης πολιτικής που έχει κάνει την εφαρμογή της τόσο εύκολη, τόσο αξιοσέβαστη και τόσο εύγευστη. Μια ιστορία που ξεκινά με τόση ελπίδα και καταλήγει σ’ έναν κατάλογο θηριωδιών που δύσκολα φαίνονται δυνατές σε καιρό ειρήνης, η μητέρα της οικογένειας όταν αποκαλύπτει τελικά το σκληρό χέρι της μοίρας, αναφωνεί θρηνώντας

’’Είπες ότι ο δρόμος θα ήταν γρήγορος και εύκολος’’.



________________________________________________________________________________________________________________________________